Γράφω και Διαβάζω: ένα θαύμα που εξηγείται?

Πώς μαθαίνουμε να χειριζόμαστε το Γραπτό Λόγο; Είναι κάτι έμφυτο; Ξεκινάει σε συγκεκριμένη ηλικία, πριν από την οποία το παιδί «δεν ξέρει τίποτα»; Μπορεί ένα μηχάνημα (tablet, TVκλπ) να υποκαταστήσει την ανθρώπινη αλληλεπίδραση στη γλωσσική ανάπτυξη;

            Για να απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα, θα πρέπει καταρχάς να κατανοήσουμε πώς δομείται η αντίληψη του γραπτού λόγου στο μυαλό του παιδιού από τη γέννησή του: αυτό που οι παιδαγωγοί ονομάζουμε «Φωνημική» και «Φωνολογική» Ενημερότητα.

Ο όρος φωνημική ενημερότητα χαρακτηρίζει την ικανότητα χειρισμού των φωνημάτων. Από την άλλη ο όρος φωνολογική ενημερότητα υποδηλώνει το σύνολο των γλωσσικών/ εκφραστικών εκδηλώσεων του υποκειμένου που δείχνουν ότι έχει την ικανότητα να κατατέμνει συνειδητά τον προφορικό λόγο σε μονάδες που δεν είναι φορείς σημασίας (συλλαβές, φωνήματα, ομοιοκαταληξίες). Βασικό λοιπόν στοιχείο της φωνολογικής ενημερότητας, είναι η ικανότητα κατάτμησης του προφορικού λόγου σε μη σημαντικές μονάδες

Ακόμη, η φωνολογική ενημερότητα ορίζεται: 1ον ως η ικανότητα να χειρίζεται καθένας τις φωνημικές μονάδες του λόγου και να στοχάζεται πάνω σε αυτές και 2ον ως μια από τις μεταγλωσσικές ικανότητες οι οποίες φανερώνουν μια στοχαστική σκέψη και ένα συνειδητό, σκόπιμο έλεγχο του υποκειμένου πάνω στη δομή και τις λειτουργίες της γλωσσικής διαδικασίας (Tunmer, 1988).

Στον ελληνικό χώρο ως γλωσσική ενημερότητα ορίζεται η ικανότητα του μαθητή να αναλύει τις προφορικές λέξεις στα φωνημικά δομικά τους στοιχεία και να μπορεί να τα αναλύει και να τα συνθέτει, ενώ άλλοι αναφέρονται στη συνειδητοποίηση των φωνολογικών μερών του λόγου σε επίπεδο συλλαβής και φωνήματος, πέρα από το νόημα και την επικοινωνιακή τους φύση.

Τα παιδιά από τη στιγμή που θα γεννηθούν αρχίζουν να κατακτούν τη γλώσσα που ομιλείται στο περιβάλλον τους. Κάθε ομιλούμενη γλώσσα απαρτίζεται από τέσσερα δομικά συστατικά :

  1. το φωνολογικό (αναφέρεται στα φωνήματα, τις βασικές μονάδες της ομιλίας, καθώς και στους κανόνες που τα διέπουν, με βάση τους οποίους συνδυάζονται ώστε να συγκροτήσουν τις λέξεις).
  2. το συντακτικό (αναφέρεται στους κανόνες που καθορίζουν τη σειρά, το συνδυασμό και τη λειτουργία των λέξεων στις προτάσεις).
  3. το σημασιολογικό (αναφέρεται σε ότι έχει σχέση με το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων και των προτάσεων).
  4. το πραγματολογικό (αναφέρεται στους κανόνες χρήσης της γλώσσας στο πλαίσιο της επικοινωνίας).

Κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία, η γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού ακολουθεί μια εξελικτική πορεία. Τα βρέφη κατά τους δύο πρώτους μήνες της ζωής τους εκφράζουν τις ανάγκες και τα συναισθήματά τους με το γέλιο ή το κλάμα. Αργότερα, αρχίζουν να χρησιμοποιούν διάφορους ήχους, τα ψελλίσματα ή βαβίσματα. Αυτοί οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι δεν έχουν περιεχόμενο και είναι γενετικά προκαθορισμένοι, δηλαδή δεν επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες, αφού τους παράγουν ακόμη και τα κωφά βρέφη. Στην ηλικία περίπου των 6 μηνών οι ήχοι αυτοί αποκτούν σημασία και τα νήπια αρχίζουν να επιλέγουν εκείνους που προκαλούν θετική αντίδραση στα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους, όπως «μα μα μα». βαθμηδόν εξελίσσουν τα βαβίσματά τους σε λέξεις με σημασία που ακούν καθημερινά στο περιβάλλον όπου ζουν, όπως μαμά, μπαμπά.

Στο δεύτερο έτος, ο αριθμός των λέξεων αυξάνεται και η γλώσσα των παιδιών παρουσιάζει ραγδαία εξέλιξη. Αρχίζουν να συνδυάζουν δύο ή τρεις λέξεις και να δημιουργούν μικρές φράσεις, τον λεγόμενο ?τηλεγραφικό λόγο?. Στις φράσεις αυτές χρησιμοποιούν κυρίως, ουσιαστικά, ρήματα και επίθετα και εκφράζουν σημαντικά νοήματα με τους διάφορους συνδυασμούς που κάνουν από το ήδη γνωστό τους λεξιλόγιο.

Σιγά σιγά το λεξιλόγιό τους εμπλουτίζεται και στο τέλος του τρίτου έτους το βασικό λεξιλόγιο (εκφραστικό λεξιλόγιο) των παιδιών απαρτίζεται από 800 έως 1500 λέξεις, ενώ κατανοούν (αντιληπτικός λόγος) 1200 έως 2000 λέξεις.

Στο τέταρτο έτος,ο λόγος τους γίνεται περισσότερο σύνθετος και αρχίζουν να χρησιμοποιούν στις προτάσεις τους και άλλα μέρη του λόγου, όπως αντωνυμίες, προθέσεις ή συνδέσμους. Βέβαια πολύ συχνά κάνουν γραμματικά λάθη, όπως, για παράδειγμα, ?τα πράγματα ? τα πράγματο?, ?κράτησα ? κρατώνω?, ?δίνω ? δώνω?, αλλά αυτά τα λάθη υποδηλώνουν απλώς την ατελή αλλά υπαρκτή γλωσσική γνώση των παιδιών.

Στο πέμπτο έτος, οι προτάσεις των παιδιών είναι σχεδόν σωστές συντακτικά και γραμματικά. Το εκφραστικό τους λεξιλόγιο ανέρχεται σε 2500 περίπου λέξεις, ενώ κατανοούν 13.000 λέξεις.

Στο τέλος της προσχολικής ηλικίας, τα παιδιά έχουν ήδη αφομοιώσει τους περισσότερους κανόνες που διέπουν τα τέσσερα βασικά στοιχεία της μητρικής τους γλώσσας και τους εφαρμόζουν στον προφορικό τους λόγο. Επομένως έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο ως προς την κατανόηση και την παραγωγή του λόγου.

Τα περισσότερα παιδιά ξεκινούν να εμφανίζουν κάποια επίπεδα Φωνολογικής Επίγνωσης γύρω στην ηλικία των 3 ετών και αυτή αυξάνεται συνήθως ραγδαία τα επόμενα 2 χρόνια. Οι δεξιότητες που σχετίζονται με την Φωνολογική Επίγνωση αναπτύσσονται με έναν παρόμοιο, αναμενόμενο, τρόπο σε όλες τις γλώσσες.

Στην αρχή τα παιδιά αντιλαμβάνονται μεγαλύτερες φωνητικές μονάδες και καθώς μεγαλώνουν αντιλαμβάνονται ολοένα και μικρότερες ( Λέξη?Συλλαβή? Φώνημα). Ομοίως τα παιδιά είναι ικανά να εντοπίζουν ίδιους ή διαφορετικούς ήχους πριν κατακτήσουν την ικανότητα να χειρίζονταιτους ήχους.

Γιατί είναι σημαντική η φωνολογική επίγνωση.

Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες η ανάπτυξη της φωνολογικής επίγνωσης στα παιδιά της προσχολικής ηλικίας έχει απασχολήσει πολύ τους ερευνητές. Έχουν γίνει αρκετές μελέτες που έδειξαν ότι η φωνολογική επίγνωση είναι εξαιρετικά σημαντικός δείκτης και απολύτως απαραίτητη δεξιότητα για την απόκτηση της ικανότητας ανάγνωσης και γραφής (Bradley & Bryant, 1978, Lundberg, et al., 1988, Liberman, 1982, Tunmer, et al., 1988, Πόρποδας, 1989, 1992, Demont & Gombert, 1996, Mανωλίτσης, 2000α).

Τα παιδιά, μάλιστα, τα οποία αξιολογήθηκαν με υψηλούς βαθμούς στη φωνολογική επίγνωση, πριν διδαχθούν ανάγνωση και γραφή, εμφάνισαν αργότερα καλύτερες επιδόσεις στην εκμάθηση του γραπτού λόγου. Επομένως, ο βαθμός τον οποίο τα παιδιά επιτυγχάνουν στα κριτήρια της φωνολογικής επίγνωσης, όταν εξετάζονται κατά την προσχολική τους ηλικία, φαίνεται ναπροδικάζει σε μεγάλο βαθμό την επίδοσή τους στην εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής κατά τη σχολική τους ηλικία.

Αφού όμως η ικανότητα των παιδιών της προσχολικής ηλικίας να διακρίνουν τους ήχους (φωνήματα) στις λέξεις σχετίζεται αποδεδειγμένα με την ανάγνωση, πρέπει συνακόλουθα η επιτυχία τους στην ανάγνωση να εξαρτάται από το πόσο έχουν ευαισθητοποιηθεί με τους ήχους πριν μάθουν να διαβάζουν. Μελέτες με παιδιά που ομιλούν διαφορετικές γλώσσες έχουν δείξει ότι η ικανότητα των παιδιών της προσχολικής ηλικίας να χειρίζονται συνειδητά τις φωνολογικές μονάδες του λόγου, πριν αυτά διδαχθούν ανάγνωση και γραφή, μπορεί να αναπτυχθεί με κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα (Marsh & Mineo, 1977, Content, Morais, Alegria, & Bertelson, 1982, Lundberg, et al., 1988, Stanovich, 1988, Adams, 1990, Byrne & Fielding-Barnsley, 1991, 1993, 1995, Blachman, Ball, Black & Tangel, 1994, Brennan & Ireson, 1997, Schneider, Kuspert, Roth ,Vise & Marx, 1997, Τάφα, Καλύβα & Φραγκιά 1998, Πόρποδας, Παλαιοθόδωρος, & Παναγιωτόπουλος, 1999).

Πάνω από όλα να θυμάστε: προϋπόθεση του Γραπτού Λόγου (Γραφή/ Ανάγνωση) είναι ο Προφορικός ? η καθημερινή λεκτική αλληλεπίδραση κι επικοινωνία, την οποία ΚΑΝΕΝΑ μηχάνημα, όσο εξελιγμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει!!!!!

Πηγές :

1. blogs.sch.gr/ipatiou/πατιού-ιωάννα
2. http://books.eudoxus.gr/publishers/ID_0273/EG-0170-ABS.pdf,
3. Πόρποδας Κ., ?Εκπαιδευτικές προσεγγίσεις και υλικό για την αξιολόγηση και αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών των μαθητών του δημοτικού σχολείου?, στο πλαίσιο υλοποίησης του Έργου ΕΠΕΑΕΚ 2000-2006, Πάτρα 2005.
4. Μαυρομάτη Δ., ?Δυσλεξία: φύση του προβλήματος και αντιμετώπιση?, Αθήνα 2004.
5. Κατή Δ., ?Γλώσσα και επικοινωνία στο παιδί?, Οδυσσέας, Αθήνα 1992
6. Τάφα Ε., ?Ανάγνωση και γραφή στην προσχολική εκπαίδευση?, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα: 2001
7. Γεράσης Γ., ?Ανάπτυξη ορθογραφημένης γραφής: η σχέση φωνολογικής και μορφοσυντακτικής ενημερότητας?, 2011.http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/23746

Πόσο ...επικίνδυνοι είναι οι φιλελεύθεροι γονείς;

Είστε υπερβολικά ανεκτικοί και υποχωρητικοί με τα παιδιά σας και αρνείστε να τους βάλετε όρια στο... όνομα του φιλελευθερισμού; Ο νευροψυχίατρος και ειδικευμένος σε θέματα συμπεριφοράς D.r David Sack, μας λέει γιατί οι φιλελεύθεροι γονείς είναι εξίσου επικίνδυνοι με τους αυταρχικούς!


Ο γνωστός φιλελεύθερος φιλόσοφος Μοντεσκιέ έλεγε: «Ελευθερία δεν είναι το να κάνει κανείς ό,τι θέλει αλλά το να μπορεί να κάνει ό,τι πρέπει». Σήμερα πολλοί γονείς βασιζόμενοι σε μια λανθασμένη ή ψεύτικη έννοια του φιλευθερισμού αναπτύσσουν μια υπερβολικά ανεκτική συμπεριφορά προς τα παιδιά τους, με καταστροφικά ?πολλές φορές- αποτελέσματα.



Τα χαρακτηριστικά των φιλελεύθερων γονιών


Οι ανεκτικοί και φιλελεύθεροι γονείς φοβούνται να υποστηρίξουν ανοικτά τις απόψεις και τα πιστεύω τους και αποφεύγουν τη σύγκρουση με κάθε τρόπο. Αισθάνονται αδύναμοι να εμποδίσουν την προκλητική συμπεριφορά των παιδιών τους και φτάνουν να την θεωρούν ένα «αναγκαίο κακό»?


Γιατί είναι λάθος;



Το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι οι γονείς του έχουν διαφορετικό ρόλο από εκείνο και ότι φροντίζουν για την ασφάλειά του. Τα όρια χρειάζονται γιατί κάποιος οφείλει να είναι υπεύθυνος και να φροντίζει τα «πρέπει», που είναι πιο σημαντικά από τα «θέλω». Είναι πολύ τρομακτικό για ένα παιδί να σκέφτεται ότι κανείς δεν είναι υπεύθυνος για εκείνο σε ένα κόσμο που πιθανόν του φαίνεται τρομακτικός?.


Όταν όλες οι επιθυμίες του παιδιού ικανοποιούντα,ι ακόμα και εις βάρος κάποιου άλλου, εκείνο θεωρεί πως όλες οι σχέσεις λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο. Αυτό θα του δημιουργήσει προβλήματα στη σύναψη φιλικών και ερωτικών σχέσεων αργότερα, αφού κάθε φορά θα θεωρεί τις δικές του επιθυμίες σημαντικότερες. Τα παιδιά που μεγαλώνουν κατ? αυτόν τον τρόπο συνήθως καταλήγουν εγωκεντρικοί ενήλικες.


Αν οι γονείς κάνουν τα πάντα για να μην στεναχωρήσουν το παιδί τους, αυτό λαμβάνει το μήνυμα πως δεν μπορεί να ανεχθεί την απογοήτευση και τη στενοχώρια. Σε όλη λοιπόν την ενήλικη ζωή του θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να αποφύγει συναισθήματα που θεωρεί ότι δεν μπορεί να αντέξει, όπως για παράδειγμα να αποφεύγει το ρίσκο.


Ακόμα, με την υπερβολική ανεκτικότητα το παιδί δεν μαθαίνει ποτέ να θέτει όρια στον εαυτό του, μια δεξιότητα που είναι σημαντική την περίοδο του σχολείου και φυσικά στην ενήλικη ζωή του. Έτσι δεν αναπτύσσει αυτοπειθαρχία και δεν μπορεί να εργαστεί πάνω σε στόχους, που θα το βοηθήσουν να έχει μια χαρούμενη ζωή.


Με την συνεχή εκπλήρωση ακόμα και των πιο παράλογων επιθυμιών του, το παιδί δυσκολεύεται να αναπτύξει σεβασμό για τον εαυτό του. Η εσωτερική ευτυχία έρχεται όταν κάποιος αποδέχεται τον εαυτό του στην ολότητά του και κατανοεί και τα άσχημα συναισθήματά του, όπως τον θυμό, τη στενοχώρια ή την απογοήτευση. Οι γονείς που αντιδρούν με τρόπο που δείχνει ότι αποφεύγουν την «σκοτεινή» πλευρά του παιδιού, του δίνουν το μήνυμα ότι η πλευρά αυτή δεν είναι αποδεκτή. Έτσι το παιδί αισθάνεται ότι δεν αγαπιέται ολοκληρωτικά!


Ο ανεκτικός τρόπος ανατροφής τελικά υποσκάπτει στη σχέση γονιού ? παιδιού. Όταν το παιδί δεν εμπιστεύεται τον γονιό του για να το βοηθήσει να διαχειριστεί όλη τη γκάμα των συναισθημάτων του, δεν αισθάνεται δεμένο μαζί του. Έτσι γίνεται πιο απαιτητικό και προκλητικό και αναζητά το ίδιο όρια, αλλά και αποδείξεις ότι πράγματι το αγαπούν. Για τα παιδιά όμως η προκλητική συμπεριφορά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ασυνείδητη κραυγή αγωνίας προς τους γονείς του. Ζητάει το δικαίωμά του να βοηθήσουν τη διαδικασία ανάπτυξής του. Δοκιμάζει τη σταθερότητά τους και την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες. Έτσι θέλει να εμπεδώσει μέσα του ότι ανήκει σε μια στέρεη και ασφαλή οικογένεια. Τότε μόνο μπορεί να νοιώσει ήρεμο και ασφαλές, ώστε να προχωρήσει στο δρόμο της ανεξαρτητοποίησης του χωρίς το άγχος του αποχωρισμού και την αίσθηση του αδύναμου.